Δύο εναλλακτικές προτάσεις για την ταχύτερη διευθέτηση των κόκκινων δανείων, το συνολικό ύψος των οποίων εξακολουθεί να ανέρχεται σε 72 δισ. ευρώ, βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης για την αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους. Στόχος είναι να ξεπεραστούν τα εμπόδια που δυσκολεύουν την επίτευξη βιώσιμων ρυθμίσεων για χιλιάδες δανειολήπτες.
Οι προτάσεις προβλέπουν, αφενός, τη διαγραφή μέρους της οφειλής σε συνδυασμό με την ανάληψη της αποπληρωμής από νεότερους κληρονόμους και, αφετέρου, τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου με πλήρη απαλλαγή από τα χρέη, διατηρώντας παράλληλα το δικαίωμα ισόβιας κατοίκησης για τον δανειολήπτη.
Πρόκειται για λύσεις που εφαρμόζονται με διαφορετικές παραλλαγές σε ευρωπαϊκές χώρες και θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση οφειλών που παραμένουν αρρύθμιστες επί σειρά ετών.
Κόκκινα δάνεια – Ποιες είναι οι δύο προτάσεις
Η πρώτη πρόταση αφορά την εφαρμογή ενός «κλειδωμένου» κουρέματος της οφειλής, με παράλληλη ανάληψη της υποχρέωσης αποπληρωμής από νεότερους κληρονόμους.
Με την επιμήκυνση του χρονικού ορίζοντα αποπληρωμής, η μηνιαία δόση θα μπορούσε να περιοριστεί σε επίπεδα που ανταποκρίνονται καλύτερα στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη. Η λύση αυτή αποσκοπεί κυρίως στην αντιμετώπιση του προβλήματος που δημιουργεί η προχωρημένη ηλικία πολλών δανειοληπτών και η περιορισμένη δυνατότητα παράτασης της αποπληρωμής.
Η δεύτερη πρόταση προβλέπει τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου με αντάλλαγμα την πλήρη απαλλαγή από τις οφειλές. Ωστόσο, ο δανειολήπτης θα διατηρεί ισόβιο δικαίωμα κατοίκησης στο ακίνητο.
Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορεί να συνεχίσει να μένει στην κατοικία του, χωρίς να διατηρεί την ιδιοκτησία της, ενώ παράλληλα θα απαλλάσσεται από το χρέος που τον επιβαρύνει.
Οι δύο προσεγγίσεις εξετάζονται ως εναλλακτικές δυνατότητες διευθέτησης των προβληματικών δανείων. Δεν αποτελούν, ωστόσο, γενικευμένο δικαίωμα των δανειοληπτών βάσει των στοιχείων που παρουσιάζονται.
Η μεγάλη μείωση των κόκκινων δανείων στις τράπεζες
Παρά τη σημαντική πρόοδο στην εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, το ιδιωτικό χρέος εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση για την ελληνική οικονομία.
Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων στους τραπεζικούς ισολογισμούς έχει υποχωρήσει κάτω από το 3%, όταν την προηγούμενη δεκαετία είχε φτάσει σχεδόν στο 50%.
Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι το σύνολο των προβληματικών οφειλών έχει εξαφανιστεί. Μεγάλο μέρος των δανείων μεταφέρθηκε εκτός τραπεζικών ισολογισμών μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων σε επενδυτικά κεφάλαια, με τη διαχείρισή τους να αναλαμβάνουν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, γνωστές ως servicers.
Την τελευταία εξαετία, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων εντός και εκτός τραπεζικών ισολογισμών μειώθηκε από 48% σε 28%. Παράλληλα, το συνολικό απόθεμα περιορίστηκε κατά 20 δισ. ευρώ και διαμορφώθηκε στα 72 δισ. ευρώ.
Τα τρία βασικά εμπόδια στις ρυθμίσεις οφειλών
Η επίτευξη βιώσιμων ρυθμίσεων εξακολουθεί να συναντά σημαντικές δυσκολίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, τρεις είναι οι βασικοί παράγοντες που περιορίζουν τις διαθέσιμες επιλογές.
1. Η ηλικία των δανειοληπτών
Η μέση ηλικία των οφειλετών διαμορφώνεται περίπου στα 60 έτη. Το γεγονός αυτό περιορίζει τα περιθώρια επιμήκυνσης της αποπληρωμής, καθώς μια μεγαλύτερη διάρκεια δανείου δεν είναι πάντοτε εφικτή για μεγαλύτερης ηλικίας δανειολήπτες.
2. Η αύξηση των τιμών των ακινήτων
Η άνοδος των τιμών στην κτηματαγορά δυσκολεύει τη διαγραφή μέρους των οφειλών. Καθώς οι ρυθμίσεις λαμβάνουν υπόψη την αξία των ακινήτων που αποτελούν εξασφαλίσεις των δανείων, η αύξηση της αξίας τους περιορίζει τα περιθώρια για μεγαλύτερα κουρέματα.
3. Η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα
Το αυξημένο κόστος ζωής εξακολουθεί να επιβαρύνει τα νοικοκυριά, ακόμη και όταν οι ονομαστικές αποδοχές τους ενισχύονται. Έτσι, οι δανειολήπτες καλούνται να εξυπηρετήσουν υψηλές οφειλές μέσα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα, χωρίς πάντοτε να διαθέτουν το αναγκαίο εισόδημα.
Τα 72 δισ. ευρώ παραμένουν πρόκληση για την οικονομία
Η υποχώρηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους τραπεζικούς ισολογισμούς αποτελεί σημαντική αλλαγή σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Ωστόσο, η μεταφορά μεγάλου μέρους των οφειλών σε εταιρείες διαχείρισης δεν έλυσε αυτομάτως το πρόβλημα για τους δανειολήπτες.
Οι δύο προτεινόμενες λύσεις επιχειρούν να αντιμετωπίσουν διαφορετικές πτυχές του προβλήματος: τη δυσκολία αποπληρωμής λόγω ηλικίας και εισοδήματος, αλλά και την ανάγκη διευθέτησης χρεών που συνδέονται με ακίνητα.
Το ζητούμενο παραμένει η διαμόρφωση ρυθμίσεων που θα είναι πραγματικά βιώσιμες για τους οφειλέτες και ταυτόχρονα θα επιτρέπουν την αποτελεσματική διευθέτηση των εκκρεμών απαιτήσεων.





