image

Πότε μπορεί ο Δημόσιος Υπάλληλος να αρνηθεί να εκτελέσει διαταγές των προϊσταμένων του

Πότε μπορεί ο Δημόσιος Υπάλληλος να αρνηθεί να εκτελέσει διαταγές των προϊσταμένων του

Πότε μπορεί ο Δημόσιος Υπάλληλος να αρνηθεί να εκτελέσει διαταγές των προϊσταμένων του

Πότε μπορεί ο Δημόσιος Υπάλληλος να αρνηθεί να εκτελέσει διαταγές των προϊσταμένων του

Τις περιπτώσεις που μπορεί ο δημόσιος υπάλληλος να αρνηθεί να εκτελέσει τις διαταγές του Προϊσταμένου του
αναλύει ο δικηγόρος – εργατολόγος Γιάννης Καρούζος.

Αλεξάνδρα Κλειδαρά 

Σύμφωνα με το άρθρο 25 του Υπαλληλικού Κώδικα, ο υπάλληλος κατ’ αρχήν οφείλει να υπακούει
στις διαταγές των προϊσταμένων του, είναι δε υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων του
και τη νομιμότητα των υπηρεσιακών του ενεργειών. Σε περίπτωση μη υπακοής, τότε τελεί το πειθαρχικό αδίκημα
της σοβαρής απείθειας ή/και της παράβασης καθήκοντος. Το καθήκον υπακοής συμπυκνώνεται στην υποχρέωση
του υπαλλήλου να υπακούει στις διαταγές των προϊσταμένων του χωρίς καμία αντίρρηση, η δε αυτή υπακοή συνίσταται
στην εκτέλεση των νομικών ή υλικών ενεργειών που απαιτούνται για να πραγματοποιηθεί η σκοπούμενη διοικητική δράση.

του Γιάννη Καρούζου
δικηγόρου – εργατολόγου

Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, στις οποίες ο υπάλληλος έχει την υποχρέωση να μην εκτελέσει
τις διαταγές και εντολές των προϊστάμενων του. Ειδικότερα, όταν το ιεραρχικά ανωτέρω όργανο δίνει μία εντολή στον υπάλληλο,
την οποία ο τελευταίος θεωρεί ως παράνομη, τότε ο υπάλληλος οφείλει, πριν την εκτελέσει, να αναφέρει εγγράφως
την αντίθετη γνώμη του. Ωστόσο, εξακολουθεί να είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τη διαταγή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
Η παραπάνω συμπεριφορά αναφέρεται στο καθήκον υπακοής του δημοσίου υπαλλήλου σε απλώς παράνομη διαταγή,
όταν δηλαδή η παρανομία δεν είναι απολύτως σαφής, αλλά απλώς πιθανολογείται. Εν προκειμένω, αναγνωρίζεται
στον υπάλληλο δικαίωμα διαφωνίας, υπό τις προϋποθέσεις ότι η διαφωνία αφορά μόνο στη νομιμότητα της διαταγής,
όχι και στη σκοπιμότητα, διατυπώνεται εγγράφως και προηγείται χρονικά της εκτέλεσης της διαταγής.
Η τελευταία σε κάθε περίπτωση πρέπει να εκτελεστεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

Στην περίπτωση, όμως, που η διαταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ο υπάλληλος οφείλει να μην
την εκτελέσει και να το αναφέρει χωρίς αναβολή.
Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η διαταγή είναι προδήλως παράνομη. Και πάλι όμως οφείλει να
εκτελέσει την ενέργεια, εάν διατυπώνονται στη διαταγή επείγοντες και εξαιρετικοί λόγοι γενικότερου συμφέροντος.
Επίσης, οφείλει να εκτελέσει τη διαταγή, εάν μετά την πρώτη αυτή άρνησή του προς εκτέλεση της διαταγής,
ακολουθήσει δεύτερη διαταγή που εκθέτει επείγοντες και εξαιρετικούς λόγους γενικότερου συμφέροντος.
Ταυτόχρονα, όμως, θα πρέπει να αναφέρει την παραπάνω αντίθεσή του, αυτή τη φορά στην προϊσταμένη
αρχή του οργάνου, που τον διέταξε. Επισημαίνεται πως επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εφόσον
εκείνος που διέταξε είναι το διοικητικό συμβούλιο ή το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης, η αναφορά
υποβάλλεται στον εποπτεύοντα Υπουργό, ενώ εάν εκείνος που διέταξε είναι ο Υπουργός, η αναφορά υποβάλλεται στον Πρωθυπουργό.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθούν τα εξής:
Η έννοια της «πρόδηλης παρανομίας» δεν υφίσταται στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες κατά υποκειμενική άποψη
ο υπάλληλος θεωρεί ως παράνομη ορισμένη διαταγή, την οποία οφείλει κατά το νόμο να εκτελέσει, δεδομένου ότι
σε αντίθετη περίπτωση θα μπορούσε να παραλύσει η ευταξία στην υπαλληλική διάρθρωση και ιεραρχία.

το καθήκον υπακοής, όταν γίνεται επίκληση επειγόντων και εξαιρετικών λόγων γενικότερου δημόσιου συμφέροντος,
αφορά αποκλειστικά τις περιπτώσεις προδήλου αντιθέσεως της διαταγής προς την κοινή νομοθεσία, ενώ δεν είναι
δυνατόν καμφθεί επί προδήλου αντιθέσεως μίας διαταγής προς το Σύνταγμα, ακόμα και αν γίνεται επίκληση
τέτοιων λόγων. Το παραπάνω προκύπτει σαφώς από το άρθρο 107 του ΥΚ, όπου ρητώς προβλέπεται πως
«Το υπαλληλικό καθήκον σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που
να αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του παρόντος»

Οι «επείγοντες και εξαιρετικοί λόγοι γενικότερου συμφέροντος» αποτελούν αόριστη νομική έννοια και πρέπει
να εξειδικεύονται με αναγωγή σε συγκεκριμένα περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στο πλαίσιο του Υπαλληλικού Δικαίου, η ανυπακοή του ιεραρχικά κατώτερου
αποτελεί την εξαίρεση στο καθήκον υπακοής προς τις εντολές του ιεραρχικά ανωτέρου. Ο κανόνας εξακολουθεί
να είναι ότι ο υπάλληλος δεν έχει την ευχέρεια να αρνηθεί την εκτέλεση διαταγής, που αφορά είτε στο αντικείμενο
είτε στον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο εκπληρώσεως των καθηκόντων του ούτε έχει το δικαίωμα να αρνηθεί
τη σύνταξη, με κάθε μέσο, εγγράφου για θέμα της αρμοδιότητας του, εφόσον διαταχθεί γι’ αυτό από οποιονδήποτε
από τους προϊσταμένους του, ειδάλλως θα υπέχει πειθαρχικές ευθύνες.

Πηγή 

Ζητάς  εργασία ; Ενημερώσου για τις τελευταίες αγγελιες εργασιας  ΤΩΡΑ στο ergasia.gr

Άφησε μας το σχόλιο σου


Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Uploading